Just another WordPress.com site

Archive for the ‘Ιστορια’ Category

Τολμηρές διασκεδάσεις και θεάματα στον γαλλικό 19ο αιώνα,

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης,

«Μωρ’ τι θα γίνεται στο Παρίσι απ’ τις εννιά το βράδυ ώς τις τρεις το πρωί! Και ξεκαρδιζόταν στα γέλια και φώναζε πως, αν μπορούσε να δει κανείς σ’ όλες τις κάμαρες μέσα, θα ’βλεπε, μα την πίστη της, τα πιο παράξενα πράγματα, τον φτωχόκοσμο να κυλιέται στη λάσπη και την ηδονή, και μερικούς τρανούς, εδώ κι εκεί, να χώνουν τη μύτη τους σαν τα γουρούνια πιο βαθιά ακόμα κι απ’ τους άλλους». Ο Ζολά δεν διστάζει να βάλει την περιώνυμη «Νανά» του, η όποια ήδη ασκεί το επάγγελμα της πόρνης, να εκπλήσσεται και να αναρωτιέται κι η ίδια για τις κραιπάλες, τη διαφθορά και τις εκλεπτυσμένες διαστροφές.

«Μα τότε λοιπόν… δεν υπάρχει στον κόσμο αρετή»…

Η ιστορία της πορνείας εξελίσσεται παράλληλα με την πορεία της ανθρωπότητας, ή καλύτερα με αυτήν του χρήματος. Από την πρώτη στιγμή της Ιστορίας, άνδρες και γυναίκες πουλούσαν το σώμα τους. Ήδη κατά την ελληνική αρχαιότητα έχουμε αρκετές αναφορές για το «αρχαιότερο επάγγελμα». Ο Δημοσθένης, στο «Κατά Νεαίρας», 122, σε λόγο που απευθυνόταν σε ένα δικαστικό σώμα του 4ου αιώνα π.Χ., αναφέρει: «Διαθέτουμε πόρνες για την απόλαυσή μας, παλλακίδες για να μας παρέχουν καθημερινή φροντίδα και συζύγους για να μας παρέχουν νόμιμα τέκνα και για να αποτελούν τους πιστούς φύλακες του οίκου μας». Ωστόσο, στην Αθήνα από πολύ νωρίτερα η πορνεία αποτελούσε μιαν ακόμα πτυχή της κοινωνικής ζωής που δεν σόκαρε ιδιαίτερα – τουλάχιστον όσο στα μετά Χριστόν χρόνια.
Ήδη από τα χρόνια του Σόλωνα (περ. 639-559 π. Χ.), με νόμο κοινής ωφελείας που έφερε ο νομοθέτης, οι οίκοι ανοχής παρείχαν σεξουαλική απόλαυση προσιτή σε όλους, ανεξαρτήτως εισοδήματος. Από τη φορολογία δε αυτήν των οίκων ανοχής κατασκευάστηκε ο Ναός της Πανδήμου Αφροδίτης – δηλαδή της Αφροδίτης όλου του λαού! Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξει κάνεις ότι η πορνεία στην αρχαία Αθήνα θεωρείτο συστατικό στοιχείο της Δημοκρατίας.

Το Παρίσι
Από την αρχαία Αθήνα ώς το Παρίσι του 19ου αιώνα, η ανθρωπότητα διήνυσε τεράστιες αποστάσεις και οι αλλαγές, οι εξελίξεις και οι ανατροπές υπήρξαν συντριπτικές· ωστόσο, μια αξία παρέμεινε σταθερή και αναλλοίωτη: αυτή της σαρκικής επιθυμίας που σχετίζεται με τον έρωτα και το χρήμα. Η πορνεία στη Γαλλία του 19ου αιώνα ήταν ένα φαινόμενο που γνώρισε σταδιακά εντυπωσιακή ανάπτυξη. Όπως γίνεται αντιληπτό, είναι σχεδόν ακατόρθωτο να υπολογιστεί με ακρίβεια ο αριθμός των πορνών εκείνης της περιόδου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που αντλούνται από διάφορες πηγές της εποχής, οι πόρνες στις αρχές της μοναρχίας του Ιουλίου (1830-1848) ανέρχονται σε τριάντα χιλιάδες περίπου, αριθμός που επιβεβαιώνεται από τον Ντεκώ, γενικό εισαγγελέα της εποχής, για να φτάσουμε έναν αιώνα αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, οπότε γίνεται λόγος για πεντακόσιες χιλιάδες! Επίσης, σύμφωνα με τον γιατρό Παράν – Ντυσατλέ, το 1836 υπήρχαν στο Παρίσι τριάντα χιλιάδες πόρνες, ενώ μερικές δεκαετίες αργότερα ο Μαξίμ ντυ Καν ανεβάζει τον αριθμό των πορνών στο Παρίσι του 1872 σε εκατόν είκοσι χιλιάδες.

Οι κοπέλες της μπυραρίας
Μια πραγματική καινοτομία της Παγκόσμιας Έκθεσης του 1867 είναι ότι στις μπυραρίες του Παρισιού εμφανίστηκαν σερβιτόρες γυναίκες στη θέση των αντρών. Εκεί, εκτός από το να σερβίρουν τα ποτά στους μεθυσμένους πελάτες, προσέφεραν και άλλου είδους υπηρεσίες, όπως αποτυπώνεται χαριτωμένα σε μια πρόσκληση – διαφημιστικό που διανεμήθηκε στη συνοικία Σενά.
«Μπυραρία Σενά
Οδός ντε Βωζιράρ 395 Η στολή των κυριών της μπυραρίας είναι στη μόδα!
Κατά τη γνώμη μας, η ωραιότερη στολή είναι και η πιο απλή. Γι’ αυτόν τον λόγο, από σήμερα, ντύνουμε τις κυρίες μας με μαγιό.
Όπως είναι πολύ όμορφες, το ρούχο αυτό θα τους πηγαίνει θαυμάσια.
Ελάτε να δείτε και να κρίνετε… Θα σας σερβίρουν προϊόντα πρώτης επιλογής!».
Εκεί οι σερβιτόρες, αφού μεθούσαν τον πελάτη, τον άφηναν να καταλάβει πως μπορεί να τις συνοδέψει στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου κοντά στην μπυραρία. Φυσικά, και ο ιδιοκτήτης του ενός αλλά και ο διευθυντής της δεύτερης ήταν στο κόλπο!
Τα ωράρια της μπυραρίας ήταν πιο κουραστικά από αυτά των πορνείων γιατί οι κάπελες έπιαναν δουλειά από τις 3 το απόγευμα και πήγαιναν για ύπνο – συνήθως στο δίπλα ξενοδοχείο – μετά τα μεσάνυχτα. Οι μπυραρίες ήταν πολύ δημοφιλείς στους φοιτητές και στα γυμνασιόπαιδα, αλλά και στους υπαλλήλους – γενικά σε όσους αγαπούσαν αυτήν την ατμόσφαιρα ελευθεριότητας. Κάθε μπυραρία μετατρεπόταν σε ένα είδος ερωτικού θεάτρου, όπου οι σερβιτόρες όφειλαν με τις στολές τους και τις χειρονομίες τους να διεγείρουν όσο γίνεται περισσότερο τη φαντασία των πελατών. Οι μπυραρίες αυτές, που θα γνωρίσουν μεγάλη άνθιση, θα βρεθούν αντιμέτωπες με τη δυσαρέσκεια των καφετζήδων, των όποιων πλήττονταν σημαντικά τα έσοδα, και έτσι με μια διάταξη της 24ης Φεβρουαρίου 1888 θα απαγορευτούν οι μπυραρίες αλλά και η εκμετάλλευση πολλών ανήλικων κοριτσιών που χρησιμοποιούνταν ως σερβιτόρες.

Οι κοπέλες των καφενείων
Οι πρώην ιδιοκτήτες των πορνείων γίνονται συνήθως οι νέοι «καλλιτεχνικοί διευθυντές» των καμπαρέ και των καφενείων. Ωστόσο, τη δόξα των μπυραριών συνέχισαν τα εν λόγω καταστήματα με την ίδια ακριβώς μέθοδο. Καφενεία και καμπαρέ που μπορούσε κανείς να διασκεδάσει πίνοντας και αναζητώντας τον έρωτα της μιας νύχτας υπήρχαν πολλών ειδών και κυρίως κατηγοριών. Άλλα κοντά σε σφαγεία, όπου σύχναζαν εκδορείς και διάφορες άλλες «εκλεκτές κατηγορίες» πελατών, κι άλλα κοντά στην Όπερα, όπου τα κορίτσια παραμόνευαν τους εξαντλημένους από το ξενύχτι κοιλαράδες πελάτες τους, προκειμένου να τους οδηγήσουν στα παρακείμενα ξενοδοχεία.
Μια ιδιαιτερότητα των καταστημάτων αυτών ήταν ότι, όσο περνούσε η νύχτα, τόσο οι τιμές σε όλα τα… είδη έπεφταν. Το 1881, εβδομήντα τέσσερα καμπαρέ λειτουργούσαν ως οίκοι συνεύρεσης στη Ρουμπαίξ, στη δε Λυών είναι αδύνατο να καταμετρηθούν τα αντίστοιχα καμπαρέ… Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 1836 ο πρόεδρος του Κακουργιοδικείου της Κοτ ντι Νορ γράφει μαινόμενος προς τον υπουργό Δικαιοσύνης: «Φαίνεται λοιπόν ότι αυτή η λέπρα της κοινωνίας εξαπλώθηκε, έχοντας διασκορπιστεί στην Κοτ ντι Νορ, στις μικρές κωμοπόλεις, στα χωριά και στις καλύβες. Στην περιοχή και προπαντός στις λεωφόρους βρίσκουμε μεγάλο αριθμό καμπαρέ που στην πραγματικότητα είναι οίκοι ανοχής και κραιπάλης όπου οι νεαρές χωριατοπούλες παραδίδονται στην ακολασία και τη διαφθορά». Οι διαμαρτυρίες κρατούν δεκαετίες. Έτσι, ο αστυνομικός διευθυντής της Λα Μπαστίντ, στις 10 Ιουλίου 1880, αποστέλλει στον διοικητή του αναφορά «παρατηρήθηκε μερικές φορές κάποιος πελάτης να αγκαλιάζει μια σερβιτόρα· μιαν άλλη φορά μάλιστα μια σερβιτόρα να αγκαλιάζει έναν νεαρό»…
Οι αστοί προτιμούσαν τα καφενεία με μουσική. Η μόδα αυτή αναπτύχτηκε από το 1880 και εξαπλώθηκε σαν επιδημία παντού. Σε κάθε μικρή και μεγάλη πόλη υπήρχε ένα παρόμοιο κέντρο διασκέδασης με δέκα έως δεκαπέντε τραγουδίστριες, οι οποίες εκτός από καλλίφωνες ήταν και όμορφες και δίχως… ενδοιασμούς. Ήταν τόσο δημοφιλή τα κέντρα αυτά, ώστε δημιουργήθηκε ολόκληρη επιχείρηση εμπορίας των λυρικών καλλιτεχνίδων, οι οποίες μεταφέρονταν από το Παρίσι με ειδικά πρακτορεία, τα οποία στρατολογούσαν μέσω δελεαστικών αγγελιών νεαρές κοπέλες με έφεση στο θέατρο, τη μουσική και τον χορό. Αυτή η πρακτική είχε ως συνέπεια να σκανδαλιστεί η κοινή γνώμη, η οποία άρχισε να αντιδρά στην εμπορία των τραγουδιστριών. Ορισμένοι, μάλιστα, κατήγγειλαν ότι πρόκειται για ωμή σωματεμπορία. Η «Ουμανιτέ» του 1906 γράφει χαρακτηριστικά: «Με μισθό που ποικίλλει μεταξύ του 1 και των 5 φράγκων, οι δύστυχες τραγουδίστριες είναι αναγκασμένες να στεγάζονται και να τρέφονται στο μαγαζί με τιμές που ορίζει κατά βούληση το αφεντικό. Οι τραγουδίστριες είναι υποχρεωμένες να δειπνούν με τον πελάτη που το επιθυμεί, διαφορετικά το συμβόλαιό τους ακυρώνεται αμέσως χωρίς καμιά αποζημίωση. (…) Η Διεθνής Ένωση Κομμουνιστών αποφάσισε να καλέσει τις εθνικές επιτροπές να απαιτήσουν από τις δημόσιες αρχές την επιτήρηση και περιστολή των ένοχων πράξεων των θεατρικών και μουσικών πρακτορείων…». Ωστόσο, τα καφωδεία συνέχιζαν να γεμίζουν ασφυκτικά κάθε βράδυ, τροφοδοτούμενα με κοπέλες, οι οποίες προηγουμένως τριγύριζαν στους χορούς. Στους δημόσιους χορούς, η είσοδος κόστιζε από 3 έως 5 φράγκα και σε αυτές τις συναθροίσεις γινόταν μια ολοζώντανη έκθεση του εμπορεύματος, όπου οι τιμές ανεβοκατέβαιναν όπως στα παζάρια. Σε αυτούς του χορούς συμμετείχαν συνήθως ευυπόληπτοι πολίτες. Είναι γνωστό ότι οι αδελφοί Γκονκούρ σύχναζαν στους κραιπαλώδεις χορούς αναζητώντας έντονες συγκινήσεις.
Τι είναι πορνεία όμως σύμφωνα με τα γαλλικά ήθη του 19ου αιώνα; Προφανώς δεν είναι πεπρωμένο, όπως άφηναν να εννοηθεί αρκετά μυθιστορήματα της εποχής. Επίσης, δεν είναι κληρονομικό αμάρτημα το οποίο μεταφέρεται από μάνα σε κόρη – κάτι σαν κατάρα –, όπως υποστήριζαν οι εγκληματολόγοι. Για τον Φρεζιέ, διευθυντή της αστυνομίας του Παρισιού το 1840, η πορνεία είναι: «…ένα ελάττωμα που γεννιέται από ένα από τα πιο επιτακτικά πάθη του ανθρώπου και για το οποίο η πρόοδος του πολιτισμού δεν μπόρεσε να αντιτάξει κανένα αποτελεσματικό φάρμακο». Ο γιατρός Παράν – Ντυσετλέ ήταν ξεκάθαρος πάνω στο ζήτημα: «Οι πόρνες είναι το ίδιο αναπόφευκτες σε μια μεγάλη συνάθροιση ανδρών όσο και οι υπόνομοι, οι οχετοί και οι αποθήκες σκουπιδιών. Η συμπεριφορά των αρχών οφείλει να είναι η ίδια ως προς τους μεν και τις δε». Το Λεξικό της Ακαδημίας, που δημοσιεύτηκε το 1855, λιγότερο δεικτικό, ορίζει την πόρνη «ως παραδομένη στην ακολασία».
Ωστόσο, ανάμεσα σε όλες αυτές τις απόψεις, θα εμφανιστούν εκ παραλλήλου κι εκείνες που θα χαρακτηρίζουν την πορνεία ως απομεινάρι της δουλείας στον πολιτισμό μας. Ο Βίκτωρ Ουγκώ θα ισχυριστεί: «Λένε ότι η δουλεία εξαφανίστηκε απ’ τον πολιτισμό. Είναι σφάλμα. Υπάρχει πάντα και βαραίνει τη γυναίκα». Ο Προυντόν, από την πλευρά του, θα κάνει λόγο για τη «θυσία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στον εγωισμό, στην πλεονεξία, στην υπεροψία, στην απόλαυση – σε όλες στις κατώτερες ηδονές». Αλλά και ο ίδιος ο Μαρξ πιστεύει ότι η πορνεία είναι μόνο μια ιδιαίτερη έκφραση της εκμετάλλευσης των γυναικών.

Αναδημοσιευσα Από Ποντικι

Advertisements

Κοσμάς ο Αιτωλός: ένας χριστιανός διαφωτιστής,

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης,

Στη διάρκεια του 18ου αιώνα, ενός αιώνα σημαντικού για τη συγκρότηση εθνικής συνείδησης του νεότερου ελληνισμού, αρχίζει να διαγράφεται μια οικονομική και πνευματική αναγέννηση, η οποία θα κορυφωθεί λίγα χρόνια πριν από την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Στη διάρκεια αυτού του αιώνα μπήκαν, το δίχως άλλο, οι στέρεες βάσεις προκειμένου ο ελληνισμός να αποκτήσει ταυτότητα και εθνική συνείδηση. Για τη βασική αυτή εθνική υπόθεση κινητοποιήθηκαν μια σειρά προσωπικοτήτων, που κατάφεραν να μετατρέψουν το προσωπικό τους όραμα σε ένα ολοκληρωμένο εθνικό όραμα. Μια μεγάλη και σημαίνουσα προσωπικότητα της εποχής με σημαντικό έργο, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αναγέννηση του έθνους, είναι ο Κοσμάς ο Αιτωλός, γνωστότερος ως Πατροκοσμάς. Επρόκειτο για έναν Έλληνα μοναχό της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Σπουδές
Ο Κοσμάς ο Εσωχωρίτης γεννήθηκε, σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, το 1714 στο χωριό Μεγάλο Δέντρο της Αιτωλίας. Το κοσμικό του όνομα ήταν Κώνστας και διδάχτηκε τα πρώτα του γράμματα σε σχολεία της περιοχής των Αγράφων. Η παιδεία του συμπληρώθηκε με τη μαθητεία του δίπλα στον ιεροδιδάσκαλο Ανανία Δερβισάνο στη Λομποτινά Ναυπακτίας. Στα τέλη της δεκαετίας του 1730 μαθήτευσε στο «Ελληνομουσείο» των Βραγγιανών, όπου διεύρυνε τους ορίζοντες της παιδείας του. Περίπου στα μέσα του 18ου αιώνα ο Κώνστας, όπως ήταν ακόμα το όνομά του, εγκαταλείπει τα πάτρια εδάφη προκειμένου να φοιτήσει στην περίφημη Αθωνιάδα Ακαδημία του Αγίου Όρους. Εκεί έκανε σπουδές ανωτέρου επιπέδου στη Θεολογία και τη Φιλοσοφία.

Από τις σπουδές στη δράση
Γύρω στο 1759 φεύγει από το Άγιο Όρος και με εντολή του Πατριάρχη Σεραφείμ ξεκινά τις περιοδείες του στη Δυτική και Βόρεια Ελλάδα και την Ήπειρο, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον αυξανόμενο τότε εξισλαμισμό των χριστιανών. Από εδώ και πέρα η συμβολή του έργου του θα αποδειχτεί μοναδική, μιας και ο Πατροκοσμάς, που δεν είχε δεύτερο χιτώνα, τάχτηκε στον αγώνα της πίστης εκείνης που αποτελούσε αδιάψευστο τεκμήριο ελληνικότητας μαζί με τη γλώσσα. Βασικό του μέλημα ήταν το να παρακινεί με θέρμη τους υπόδουλους ορθοδόξους χριστιανούς να ιδρύσουν σχολεία που θα διδάσκουν την πίστη που έχει για γλώσσα της την ελληνική.
Ταυτόχρονα με τη σημασία της ελληνικής γλώσσας ο Πατροκοσμάς δεν παραλείπει να αναφέρεται στο «ποθούμενο» – που δεν ήταν άλλο από την απελευθέρωση του γένους. Για να τον κατανοήσουμε πλήρως, πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Κοσμάς θεωρούσε ταυτόσημο τον χριστιανισμό με τον ελληνισμό – σαν μια αδιαίρετη οντότητα. Για εκείνον, η θρησκευτική συνείδηση του λαού, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, ταυτιζόταν με τη συνείδηση της νεοελληνικής εθνότητας. Ο Κοσμάς πίστευε ακράδαντα στον ιστορικό ρόλο του απλού λαού, για αυτό και πάσχιζε αδιάλειπτα για την εκπαίδευσή του, διαισθανόμενος ότι η αφύπνιση της εθνικής συνειδήσεως θα σημάνει και την αναγέννηση της νεοελληνικής εθνότητας μέσα από μια πολιτική πλέον αποκατάσταση.
«Η σπουδή της ελληνικής γλώσσας και η ισχυροποίηση των ασθενών εθνολογικώς και γλωσσικώς διαμερισμάτων της εθνότητας, ιδίως των βορειότερων, υπήρξε ένας από τους κυριότερους σκοπούς του. Κατέκρινε όσους μιλούσαν βλάχικα και αρβανίτικα και σύσταινε παντού την ελληνική γλώσσα, σαν γλώσσα επίσημη της Εκκλησίας και των ιδιωτικών σχέσεων. Η ελληνοποίηση των δίγλωσσων ομοεθνών μας ή εκείνων πούχαν χάσει την εθνική γλώσσα τους, ήταν για τον Κοσμά το πάθος του». Φάνης Μιχαλόπουλος, Κοσμάς Αιτωλός, Εναλλακτικές Εκδόσεις.
Η επιμονή του για την ελληνική γλώσσα υπήρξε καθοριστική προκειμένου να συνειδητοποιήσουν οι υπόδουλοι ελληνικοί πληθυσμοί το ιστορικό βάρος της καταγωγής τους και έτσι να καλλιεργηθεί ουσιαστικά η ιδέα της εθνικής παλιγγενεσίας.
«Να σπουδάζετε τα παιδία σας να μαθαίνουν ελληνικά, διότι και η Εκκλησία μας είναι στην ελληνικήν και το Γένος μας είναι ελληνικόν. Και αν δεν σπουδάσης ελληνικά, αδελφέ μου, δεν ημπορείς να καταλάβεις εκείνα που ομολογεί η Εκκλησία μας. Καλλίτερα να έχεις ελληνικόν σχολείον εις την χώραν σου παρά να έχης βρύσες και ποτάμια».

Ο Κοσμάς και η ελληνική αρχαιότητα
Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι όταν ο Κοσμάς προπαγάνδιζε την αναγκαιότητα της γνώσης της ελληνικής γλώσσας κυρίως στους δίγλωσσους Ρωμιούς, δεν είχε στο μυαλό του την ανασύσταση της αρχαίας ελληνικής, ούτε καν αυτή τη σχολαστική των εκκλησιαστικών κειμένων και γραφών, και φυσικά ούτε λόγος γινόταν για την κάποιας μορφής αρχαΐζουσα.
Ο Κοσμάς θεωρούσε ως εθνική γλώσσα την καθομιλουμένη, αυτή ακριβώς την οποία χρησιμοποιούσε ο λαός στην καθημερινότητά του. Είναι ιδιαίτερης σημασίας το γεγονός ότι ο Κοσμάς δεν ήταν από εκείνους που θεωρούσαν ότι οι σύγχρονοί του Έλληνες κατάγονταν από τους αρχαίους ενδόξους προγόνους. Ο ελληνισμός του ταυτιζόταν αποκλειστικά με τον χριστιανισμό. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, γιατί στη διάρκεια των σπουδών του στον Άθω ο κατοπινός ένθερμος ιεροκήρυκας ήρθε σε επαφή με την αρχαία ελληνική γλώσσα και φιλολογία. Ωστόσο, προφανώς από την προσωπική εμπειρία που είχε αποκτήσει από τις περιοδείες του και τη γνώση του για την πρωτόγονη κατάσταση που επικρατούσε σε Μακεδονία, Ήπειρο, Θεσσαλία και Στερεά, πείσθηκε ότι ουδείς δεσμός μπορεί να συνδέει αυτούς τους πληθυσμούς με τους αρχαίους Έλληνες. Υπό αυτή την έννοια, ο Κοσμάς είχε διαμορφώσει μια συγκεκριμένη συνείδηση του νεότερου ελληνισμού, τον οποίο δεν συνέδεε συνειδητά με την ειδωλολατρική αρχαιότητα – κυρίως για λόγους θρησκευτικού φανατισμού και προκαταλήψεως. Έτσι, ταύτιζε την αρχαιότητα με την απιστία και την ασέβεια, προφανώς λανθασμένα, προκειμένου να υπηρετήσει τις δογματικές αρχές της πίστης.
Ωστόσο, όλα αυτά δεν έχουν προφανώς την ιδεολογική βαρύτητα που μπορεί να τους αποδώσουμε σήμερα. Πρέπει να θεωρηθεί σαν ένας δάσκαλος του γένους, ο οποίος είχε πολύ ξεκάθαρη αντίληψη της πραγματικότητας της εποχής του και το έργο του και οι διδαχές του συνέβαλαν στην απόκτηση μιας στοιχειώδους εθνικής συνειδήσεως, τέτοιας ώστε η συμβολή του για την προετοιμασία της ελληνικής επαναστάσεως που θα ακολουθούσε να αποβεί αδιαμφισβήτητα σημαντικότατη. Θα έλεγε κανείς ότι η σημασία του έργου του υποτιμήθηκε από την κατοπινή ιστοριογραφία, λόγω των θρησκευτικών του αγκυλώσεων.
Ωστόσο, το ζήτημα δεν είναι απλό, μια και ο Κοσμάς βίωνε την πρωτοφανή αμάθεια και ακραία καθυστέρηση των ελληνικών πληθυσμών, η οποία δεν του άφηνε κανένα περιθώριο για ονειροπολήματα ή λεπτότερες σκέψεις. Έχοντας διαμορφώσει μια σταθερή αντίληψη της ιστορικής πραγματικότητας που ζούσε, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μόνο η χριστιανική πίστη ήταν σε θέση να αποτελέσει την κινητήριο δύναμη για την αναγέννηση του έθνους και όχι η αρχαιοελληνική γραμματεία, που αποτελούσε άγνωστη χώρα για τους Έλληνες εκείνης της περιόδου. Ο Κοσμάς θεώρησε σημαντικό αυτό που καταλάβαιναν κι όχι αυτό που δεν καταλάβαιναν και κυρίως δεν είχαν τη δυνατότητα να κατανοήσουν οι άνθρωποι του απλού λαού. Έτσι, μέσα στο μυαλό και την ψυχή του ο ελληνισμός ταυτίστηκε με τον χριστιανισμό.

Το τέλος του
Κατά τη διάρκεια της δράσης του λέγεται ότι ο Κοσμάς ίδρυσε διακόσια πενήντα σχολεία μέσα σε δεκαέξι χρόνια. Στη διάρκεια των Ορλοφικών, οι Τούρκοι τον θεώρησαν ως πράκτορα των Ρώσων, πράγμα που είχε ως συνέπεια τη σύλληψή του και εκτέλεσή του το Σάββατο 24 Αυγούστου του 1779. Σύμφωνα με κάποιους ερευνητές, στην καταδίκη του συνέβαλαν και κάποιοι Ηπειρώτες Εβραίοι, οι οποίοι βλάπτονταν οικονομικά από τη μεταφορά της διενέργειας του παζαριού από την Κυριακή στο Σάββατο που πέτυχε ο Κοσμάς μέσω των κηρυγμάτων του. Ωστόσο, ο Κοσμάς είχε πέσει και στη δυσμένεια των πλουσίων, των κοτζαμπάσηδων και των Ενετών (για την καχυποψία των Ενετών απέναντί του σώζονται μέχρι σήμερα αναφορές κατασκόπου τους για το πρόσωπό του στα ενετικά αρχεία).
Ο Πατήρ Κοσμάς ο Αιτωλός ανακηρύχθηκε επίσημα Άγιος από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως στις 20 Απριλίου 1961 και η μνήμη του τιμάται στις 24 Αυγούστου.

Αναδημοσιευσα Από Ποντικι

Σενάρια του Der Spiegel για οικειοθελή παράδοση του υιού του Στάλιν στους Ναζί,

Σενάρια του Der Spiegel για οικειοθελή παράδοση του υιού του Στάλιν στους Ναζί

Ο Γιάκοφ Τζουγκασβίλι, το 1941, ανάμεσα σε Γερμανούς αξιωματικούς της Βέρμαχτ. Για χρόνια η ΕΣΣΔ υποστήριζε ότι συνελήφθη από τους Γερμανούς, κάτι που τώρα ελέγχεται ως ανακριβές,

Επικαλείται αποχαρακτηρισμένα ρωσικά στρατιωτικά αρχεία,

Νέες αποκαλύψεις ήρθαν στο φως σχετικά με τις συνθήκες αιχμαλωσίας, απ’ τους Ναζί, του Γιάκοφ Τζουγκασβίλι , μεγαλύτερου γιου του ηγέτη Σοβιετικής Ενωσης Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Στάλιν.

Όπως προκύπτει από ρωσικά στρατιωτικά αρχεία τα οποία αποχαρακτηρίσθηκαν πρόσφατα, ο υπολοχαγός Τζουγκασβίλι δεν αιχμαλωτίστηκε το 1941 από τους Γερμανούς στρατιώτες της Βέρμαχτ, αλλά παραδόθηκε με τη θέληση του στον Άξονα, προκειμένου να… γλιτώσει από τον πατέρα του.

Φυσικά, η σοβιετική προπαγάνδα απέκρυπτε αυτή τη λεπτομέρεια, αφού δεν ήθελε να διαρρεύσει στο ρωσικό λαό πως ο γιος του «πατερούλη» αποκήρυξε τον Κόκκινο Στρατό για χάρη των Γερμανών κατακτητών.
Κάτι τέτοιο προκύπτει από μια επιστολή του Αλεξέι Ρουμιάνζεφ, διοικητή της ταξιαρχίας του Τζουγκασβίλι, στην οποία αναγράφει πως, καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του, ο γιος του Στάλιν ήταν μεν «ατρόμητος και άψογος στα στρατιωτικά του καθήκοντα», αλλά κατόπιν δίνει μια άλλη εκδοχή του τι ακριβώς συνέβη μετα τον βομβαρδισμό της ταξιαρχίας τους από τους Ναζί.

«Μετά τον βομβαρδισμό, ο Τζουγκασβίλι κι ένας άλλος στρατιώτης ονόματι Ποπουρίντε, ξέφυγαν. Έθαψαν τα έγγραφα τους, έβαλαν πολιτικά ρούχα και διέφυγαν. Όταν όμως έφτασαν στις όχθες μιας λίμνης, ο σύντροφος Τζουγκασβίλι είπε στον Ποπουρίντε να προχωρήσει γιατί ήθελε να μείνει για λίγη ώρα εκεί και να ξαποστάσει», λέει η επιστολή του Ρουμιάνζεφ, που το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel, το οποίο έφερε στο φως την υπόθεση, ερμηνεύει ως μια κεκαλυμμένη παραδοχή πως ο Γιάκοφ παραδόθηκε στη Βέρμαχτ.

Το περιοδικό αποκαλύπτει επίσης πως, κατά την ανάκριση του από τα Ες-Ες, ο υιός Στάλιν εμφανίστηκε λάβρος απέναντι στον Κόκκινο Στρατό, παραδεχόμενος πως «οι ηγέτες του δεν παίρνουν ορθές αποφάσεις, επιδιδόμενοι σε ηλίθιες και χαζές στρατιωτικές κινήσεις».

Επίσης προέβη σε αντιεβραϊκούς χαρακτηρισμούς, παρά το ότι η σύζυγός του Τζούλια ήταν εβραϊκής καταγωγής. «Για αυτούς [ τους εβραίους ] το να κάνουν επιχειρηματικές συμφωνίες είναι το πιο σπουδαίο πράγμα.Ο εβραίος δεν θέλει να δουλέψει γιατί δεν μπορεί» φέρεται να είπε στους Γερμανούς ανακριτές του.

Αλλα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα έριξαν φως στις συνθήκες του θανάτου του υιού Στάλιν. Σύμφωνα με τον επιστημονικό συνεργάτη του Ινστιτούτου Στρατιωτικής Ιστορίας του Γενικού Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων της Ρωσίας, Μιχαήλ Ζούεφ, ο υπολοχαγός Γιάκοφ Τζουγκασβίλι βρέθηκε στα χέρια των Γερμανών στις 16 Ιουλίου του 1941 στην περιοχή Λιάσνοβο. Από τον Απρίλη έως το Ιούνιο του 1942 ο Τζουγκασβίλι βρισκόταν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Νότια Βαυαρία και το Μάρτη του 1943 μεταφέρθηκε σε άλλο στρατόπεδο στην ανατολική Γερμανία. Από τα ντοκουμέντα προκύπτει ότι ο Τζουγκασβίλι στα τέλη του 1943 επιδίωξε τον θάνατό του. Ενώ προαυλιζόταν, αρνήθηκε να επιστρέψει στο χώρο κράτησής του και πήγε να περάσει τα συρματοπλέγματα. Μετά το πρόσταγμα του φρουρού να σταματήσει, απευθύνθηκε στο φρουρό, λέγοντάς του: «Ρίξε μου!». Κι ο Γερμανός τον πυροβόλησε στο κεφάλι.

Αναδημοσιευσα Από Βημα

Συλλάβατε τον Μακιαβέλι!

Συλλάβατε τον Μακιαβέλι!

Η προκήρυξη για τη σύλληψη του Μακιαβέλι, με την τρομπέτα να υποδηλώνει την εκφώνησή της από τελάλη.

Βρετανός καθηγητής ανακάλυψε την προκήρυξη της σύλληψής του,

Την προκήρυξη   για  τη  σύλληψη  του  Μακιαβέλι, το 1513,  που  διάβαζαν  οι  τελάληδες τρέχοντας  πάνω στ΄ άλογά τους στους δρόμους της  Τοσκάνης  ανακάλυψε   τυχαία βρετανός  καθηγητής,  που  ερευνούσε τα αρχεία  της Φλωρεντίας.  Στο πλαίσιο της  έρευνάς του για  τους  δημόσιους  κήρυκες   ο   Στέφεν Μίλνερ, επισκέπτης καθηγητής στο Χάρβαρντ και ειδικός στην ιταλική Αναγέννηση εντόπισε  το κείμενο  ανάμεσα σε εκατοντάδες  άλλες προκηρύξεις, που εκδόθηκαν μεταξύ του 1470 και του 1530.  Η  συγκεκριμένη όμως   ήταν ιστορική  καθώς απέβη μοιραία για τον  Μακιαβέλι,  γιατί από  εκείνη τη  σύλληψή  του  και  μετά, επρόκειτο να  αρχίσει  η  μεγάλη πτώση  του  από τα  αξιώματα και  τη  δημόσια ζωή  και  να  πεθάνει  δεκατέσσερα χρόνια αργότερα  σε  απόλυτη φτώχεια.

 Ενδιαφέρον  ωστόσο  έχει το γεγονός,  ότι το πασίγνωστο  έργο του «Ο Ηγεμών» συνδέεται ακριβώς με εκείνη  την περίοδο. Το 1512  όταν η  οικογένεια   των  Μεδίκων  επέστρεψε στην εξουσία  με  τη  βοήθεια των Ισπανών  ανατρέποντας τη Δημοκρατία της  Φλωρεντίας,  ο Μακιαβέλι απομακρύνθηκε από τη θέση του, λόγω της σύνδεσής του με το αντίπαλο στρατόπεδο ενώ στη  συνέχεια το  όνομά του βρέθηκε  αναμεμειγμένο σε  μία συνωμοσία για την ανατροπή  τους. Τότε  ήταν,  που  οι Μέδικοι  εξέδωσαν  την προκήρυξη για τη σύλληψή του. Και  έτσι  έγινε,  αφού την  ίδια  ημέρα  φυλακίστηκε  και  βασανίστηκε, Αργότερα   όμως αφέθηκε ελεύθερος   αλλά  υπό κατ ‘οίκον περιορισμό έξω από την πόλη.

«Τότε  ήταν  που ο Μακιαβέλι  έγραψε τον «Ηγεμόνα» με  την ελπίδα  ότι  θα  αποκτούσε  την  εύνοια των  Μεδίκων  αλλά δεν υπάρχει καμία απόδειξη, που να υποδηλώνει ότι  το  διάβασαν καν», όπως  δήλωσε ο καθηγητής Μίλνερ. Ο  ίδιος  εντόπισε επίσης  και τα έγγραφα για την πληρωμή των τεσσάρων ιππέων, που είχαν αναλάβει να μεταδώσουν την προκήρυξη.

Η  ανακάλυψη πάντως δημοσιοποιείται  ακριβώς τη στιγμή που  Φλωρεντία γιορτάζει την 500η επέτειο της γραφής του «Ηγεμόνα», της  πολιτικής πραγματείας που υποστηρίζει ότι η επιδίωξη της εξουσίας μπορεί να δικαιολογήσει τη χρήση ανήθικων  μέσων…  Οι εορτασμοί περιλαμβάνουν  στις 19 Φεβρουαρίου  και μία  αναπαράσταση των γεγονότων γύρω από τη σύλληψη και τη φυλάκιση  του  Μακιαβέλι.

Αναδημοσιευσα Από Βημα

Η ιστορία του "Ηλεκτρικού",

Η ιστορία του Ηλεκτρικού

Ο Αστικός Σιδηρόδρομος Πειραιά – Κηφισιάς, γνωστός ως «Ηλεκτρικός», μετράει σχεδόν ενάμισι αιώνα ζωής. Ατμοκίνητος αρχικά και ηλεκτροκίνητος αργότερα, ο σιδηρόδρομος συνέδεσε το 1869 την Αθήνα με τον Πειραιά, που μέχρι τότε οι άμαξες και τα παμφορεία ήταν το μόνο μέσο συγκοινωνίας μεταξύ τους.

Η πρώτη ιδέα για τη δημιουργία του τέθηκε από τον Φρειδερίκο Φεράλδη το 1835, ένα χρόνο αφότου η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, αλλά απορρίφθηκε από την τότε κυβέρνηση. Οκτώ χρόνια αργότερα, το 1843, ο Αλέξανδρος Ραγκαβής επαναλαμβάνει δημόσια την πρόταση, αλλά και πάλι δεν υπήρξε ανταπόκριση.

Το 1855 ο πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, καταθέτει το πρώτο νομοσχέδιο για την ίδρυση σιδηροδρόμου Αθήνας – Πειραιά. Είναι ο Νόμος ΤΖ «περί συστάσεως σιδηροδρόμου Απ’ Αθηνών εις Πειραιά», ο οποίος δίνει το δικαίωμα εκμετάλλευσης στην εταιρία που θ’ αναλάμβανε το έργο για 55 χρόνια. Το 1857 το δικαίωμα αυτό αυξάνεται σε 75 χρόνια.

Έπειτα από ανεπιτυχείς προσπάθειες ανάθεσης του έργου, το 1867 κατακυρώνεται στον άγγλο επιχειρηματία Εδουάρδο Πίκερινγκ, ο οποίος το Νοέμβριο του ίδιου έτους αρχίζει να κατασκευάζει το έργο. Ένα χρόνο μετά, το 1868, ο Πίκερινγκ μεταβιβάζει τις υποχρεώσεις του στην ιδρυθείσα από όμιλο Ανώνυμη Εταιρία του «Απ’ Αθηνών εις Πειραιά Σιδηροδρόμου» – Σ.Α.Π. Α.Ε.

Στις 17 Φεβρουαρίου του 1869 η εταιρία έχει τελειώσει το έργο και γίνεται η πρώτη δοκιμή της διαδρομής. Τα επίσημα εγκαίνια γίνονται μέσα σε ατμόσφαιρα γενικής χαράς, στις 27 Φεβρουαρίου 1869, με επιβάτες στο πρώτο δρομολόγιο τη Βασίλισσα Όλγα, τον Πρωθυπουργό Ζαΐμη, υπουργούς, στρατιωτικούς, διπλωμάτες και άλλους επισήμους. Επιτέλους, το όνειρο γίνεται πραγματικότητα. Η ατμομηχανή με 6 βαγόνια καλύπτει τη διαδρομή των 8 χιλιομέτρων από το Θησείο στον Πειραιά περίπου σε 19 λεπτά. Οι δύο πόλεις, Αθήνα και Πειραιάς, έχουν πλέον συνδεθεί με σιδερένιες γραμμές.

Τα σχόλια του τύπου της εποχής πολλά και καλά. Στις 3 Μαρτίου του 1869 ο «Αιών» γράφει: «Ο σιδηρόδρομος ήρξατο τακτικώς εργαζόμενος από της τελευταίας Παρασκευής. Η συρροή των επιβατών είναι μεγίστη. Οι πάντες δ’ ομολογούσι τας μεγίστας ωφελείας, ας η κάταρξις του έργου τούτου υπισχνείται. Ευχόμεθα και αύθις, ίνα η μικρά αύτη γραμμή υπάρξει η αρχή του καθ’ όλην την επικράτειαν συμπλέγματος σιδηροδρόμων».

Από το πρώτο επίσημο δρομολόγιο, το 1869, έως τις 16 Σεπτεμβρίου του 1904 οπότε πραγματοποιήθηκε η ηλεκτροδότηση του σιδηροδρόμου, μεσολάβησαν η στρώση διπλής γραμμής και η έναρξη κατασκευής σήραγγας το 1889 από το Θησείο μέχρι την Ομόνοια (Λυκούργου και Αθηνάς), όπου δημιουργήθηκε και ο παλιός σταθμός της Ομόνοιας, ο οποίος εγκαινιάστηκε στις 17 Μαΐου του 1895.

Το 1926 οι ΣΑΠ (Σιδηρόδρομοι Αττικής) που εκμεταλλεύονται το «Θηρίο» της Κηφισιάς, δηλαδή τη Γραμμή από Πλατεία Αττικής μέχρι Κηφισιά, με διακλάδωση από Ν. Ηράκλειο μέχρι Λαύριο, και οι «Τροχιόδρομοι Αθηνών – Πειραιώς» που εκμεταλλεύονται τα Τραμ, συνεργάζονται με τον αγγλικό όμιλο «Πάουερ». Από τη συνεργασία αυτή προκύπτουν δύο Εταιρίες: Η «Ηλεκτρική Εταιρία Μεταφορών» (ΗΕΜ) που αναλαμβάνει την εκμετάλλευση των Τραμ και της Γραμμής της Κηφισιάς και οι «Ελληνικοί Ηλεκτρικοί Σιδηρόδρομοι» (ΕΗΣ).

Οι ΕΗΣ αναλαμβάνουν τις υποχρεώσεις της πρώην ΣΑΠ και ταυτόχρονα τη δέσμευση να βελτιώσουν την υπάρχουσα γραμμή και να επεκτείνουν την υπόγεια σήραγγα ως το σταθμό «Αττική» με διπλή γραμμή για να ενωθεί ο Ηλεκτρικός με την Κηφισιά, με υπόγειο σταθμό κάτω από την «Ομόνοια». Τα έργα ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 1928 και στις 21 Ιουλίου του 1930 εγκαινιάζεται από τον Ελευθέριο Βενιζέλο ο υπόγειος σταθμός «Ομόνοια». Αργότερα, το 1948 και το 1949 εγκαινιάζονται αντίστοιχα οι σταθμοί «Βικτώρια» και «Αττική».

Το 1937 η ΗΕΜ αναλαμβάνει την Ηλεκτροκίνηση του σιδηροδρόμου Κηφισιάς και το 1938 καταργεί το Θηρίο για την πραγματοποίηση του έργου. Τα έργα, όμως, λόγω της κρίσιμης περιόδου, δεν ολοκληρώνονται και φτάνουμε έτσι στο 1950, οπότε παραχωρείται από την ΗΕΜ στην ΕΗΣ η ολοκλήρωση του έργου Ηλεκτροκίνησης και η εκμετάλλευση του σιδηροδρόμου Αθηνών – Κηφισιάς. Οι ΕΗΣ συνεχίζουν τα έργα που καταλήγουν σταδιακά το 1957 με τη λειτουργία του σταθμού της Κηφισιάς. Έτσι, η συγκοινωνία από Πειραιά μέχρι Κηφισιά με τον Ηλεκτρικό Σιδηρόδρομο είναι πλέον πραγματικότητα.

Την 1 Ιανουαρίου του 1976 οι ΕΗΣ περιέρχονται στο Ελληνικό Δημόσιο και μετονομάζονται σε ΗΣΑΠ. Α.Ε. (Ηλεκτρικοί Σιδηρόδρομοι Αθηνών – Πειραιώς).

Σε όλη αυτή τη διαδρομή του, από το 1869 έως σήμερα, ο σιδηρόδρομος έζησε στιγμές μεγαλείου και συμφορές. Μετέφερε βασιλείς, υψηλούς επισκέπτες, έδωσε το παρών στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896, μετέφερε στρατιώτες του πολέμου 1912 – 1913. Βομβαρδίστηκε και επέζησε, πραγματοποιώντας εκατομμύρια δρομολόγια, που εξυπηρέτησαν δισεκατομμύρια επιβάτες.

 sansimera.gr

Αναδημοσιευσα Από Enikos

Οικισμός 8.000 ετών στην Κασσαβέτεια Μαγνησίας,

Οικισμός 8.000 ετών στην Κασσαβέτεια Μαγνησίας

(Φωτό αρχείου)

Θερμού Μαρία

Χρονολογείται στο β΄ μισό της 6ης π. Χ. χιλιετίας,

Ενα νεολιθικό οικισμό εντόπισε στην Κασσαβέτεια της Μαγνησίας η αρχαιολογική έρευνα που διενεργήθηκε εν όψει της ανέγερσης νέων φυλακών στην περιοχή. Ο οικισμός χρονολογείται στο β΄ μισό της 6ης π. Χ. χιλιετίας και σύμφωνα με τους αρχαιολόγους καταλαμβάνει έκταση 25 στρεμμάτων περίπου από τα οποία όμως έχουν ερευνηθεί μόνον 200 τ. μ.

Οπως φαίνεται εξάλλου, ο οικισμός βρίσκεται κοντά μεν στην έκταση όπου θα ανεγερθούν τα κτίρια των φυλακών, όχι όμως τόσο, ώστε να υποστεί βλάβη από τη γειτνίαση με αυτά. Το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ενέκρινε κατόπιν αυτών την κατασκευή δύο κτιρίων των νέων φυλακών Κασσαβέτειας με συνολική κάλυψη επιφάνειας 55.000 τ. μ. και με χωρητικότητα για το καθένα από αυτά, 400 άτομα.

Αναδημοσιευσα Από Βημα

Ο αγώνας για την εξουσία στην Ελλάδα του ’40,

Ο αγώνας για την εξουσία στην Ελλάδα του ’40

Ο ταγματάρχης Κρίστοφερ Μόνταγκιου Γουντχάουζ (αριστερά) και ο αρχηγός της ΕΔΕΣ Ναπολέων Ζέρβας (μέσον) χαιρετούν στρατιωτικά. Φωτογραφία από την περίοδο της Αντίστασης

Βιστωνίτης Αναστάσης

Η μαρτυρία του μέλους και στη συνέχεια διοικητή της Βρετανικής Συμμαχικής Αποστολής στην Ελλάδα Κρίστοφερ Μόνταγκιου Γουντχάουζ για την Αντίσταση, τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο. Για πρώτη φορά στα ελληνικά,
Εξήντα τέσσερα χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου πολέμου και παρά την πληθώρα των βιβλίων για την Κατοχή και την αδελφοκτόνο σύρραξη που τη διαδέχτηκε εξακολουθούν να εκδίδονται και πλήθος άλλα σχετικά με το θέμα: απομνημονεύματα των πρωταγωνιστών, ιδίως από την πλευρά της Αριστεράς,

Αναδημοσιευσα Από Βημα

Ετικετοσύννεφο