Just another WordPress.com site

Archive for the ‘Celebrities’ Category

Στο «Χάραμα» του Τσιτσάνη,

Κωστούλα Tωμαδάκη,

Στις 18 Ιανουαρίου συμπληρώνονται 29 χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου λαϊκού μας βάρδου, του Βασίλη Τσιτσάνη. Γυρίσαμε πίσω στον χρόνο και θυμηθήκαμε την εποχή που τα θρυλικά του ταξίμια ήταν το σάουντρακ μιας άλλης Ελλάδας

Ήταν ένα κρύο βράδυ του Γενάρη, αρχές της δεκαετίας του ’80. Με το συνεργείο της ΕΡΤ ανηφορίζουμε για την Καισαριανή. Ο Βασιλικός είναι διευθυντής της τηλεόρασης και το σαρωτικό ζεϊμπέκικο του Αντρέα έχει γράψει τη δική του μυθολογία. Στο «Χάραμα» ο Τσιτσάνης τραγουδάει Τσιτσάνη. Εκεί, δίπλα στο Σκοπευτήριο, ανάμεσα στις σκιές και τα δέντρα το θρυλικό ταξίμι του γράφει Ιστορία. Στα μισά της οδού Εθνικής Αντιστάσεως η λαϊκή γειτονιά δίνει την αίσθηση ότι κάποιου είδους καλλιτεχνική έκφραση ανθίζει, κάτι μοναδικό συντελείται, εδώ, δίπλα στο Σκοπευτήριο. Είναι η εποχή που ο κόσμος ανακαλύπτει το ρεμπέτικο. Οι πολιτικοποιημένοι νέοι διαβάζουν τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες» του Τσίρκα, ακούνε Χατζιδάκι και Θεοδωράκη και τους βρίσκει το χάραμα στου Τσιτσάνη. Η φράση του Τσαρούχη «Ο Τσιτσάνης μας χαρίζει πολιτισμό» έχει δώσει μια ιδιαίτερη αίγλη στο μαγαζί, που κράτησε μια δεκαετία.
Κάθε βράδυ κόσμος ανηφορίζει για την Καισαριανή. Οι θαμώνες της ταβέρνας είναι μια μικρογραφία της Ελλάδας. Στα μπροστινά τραπέζια κάθονται δημοσιογράφοι και φοιτητές, πιο κει οι διανοούμενοι και παραδίπλα εργάτες, ταξιτζήδες, νεόκοποι πολιτικοί. Σε κάποιο τραπέζι διακρίνεις τη φιγούρα του Τσαρούχη, σε ένα άλλο τον δημοσιογράφο και εκδότη του «Ποντικιού» Κώστα Παπαϊωάννου. Το «Χάραμα» έχει γίνει κέντρο αναφοράς του ρεμπέτικου και ο Τσιτσάνης ο ζωντανός θρύλος, το πρόσωπο μιας Ελλάδας που χάνεται και ο ίδιος μένει όρθιος πάνω στο πάλκο. Στις ζωντανές ηχογραφήσεις εκείνης της εποχής ο Τσιτσάνης καταθέτει και παλιότερα τραγούδια, όπως ο «Μπλόκος», που έχει γραφτεί για το μπλόκο της Καλαμαριάς, στην Κατοχή, η «Λιτανεία του μάγκα» και της «Γερακίνας ο γιος» σε στίχους του Κώστα Βίρβου. Οι φανατικοί θαυμαστές είναι κάθε βράδυ εκεί. Ανάμεσά τους και οι νοσταλγοί της περασμένης εποχής. Τότε που το θρυλικό δίδυμο Παπαϊωάννου – Τσιτσάνη έδινε το δικό του στίγμα στη νύχτα. Ως το μοιραίο βράδυ του Αυγούστου του 1972 που ο μπαρμπα-Γιάννης θα χαθεί αναπάντεχα σε τροχαίο και ο Τσιτσάνης θα γράψει ένα σπαραχτικό ζεϊμπέκικο για τον αδικοχαμένο φίλο.
Πάνω στο πάλκο ο Τσιτσάνης μοιάζει με ασκητή. Σαν αυτούς που ζωγραφίζουν οι Βυζαντινοί ζωγράφοι. Το κατέβασμα της πένας στο ακόρντο είναι μεθυστικό. Ο κόσμος γύρω του παραληρεί. Ο ενθουσιασμός είναι διάχυτος. Όλοι ανήκουν στην ίδια φυλή που υποκλίνεται στον μάγο της μουσικής. Στριμώχνονται, κρατούν την αναπνοή τους, ζουν την κάθε νύχτα σαν να είναι η τελευταία και βρίσκουν τη λύτρωση στις θρυλικές πενιές του, στα ταξίμια του, στα στιχάκια του που βγαίνουν από την ψυχή του.
Τον Νοέμβριο του 1983 ο Τσιτσάνης γράφει σε ένα κασετόφωνο το προσχέδιο των τελευταίων του τραγουδιών. Η υγεία του έχει αρχίσει να κλονίζεται. Εκείνα τα Χριστούγεννα το πάλκο θα μείνει αδειανό. Στις 18 Ιανουαρίου του 1984, την ημέρα των 69ων γενεθλίων του, ο Βασίλης Τσιτσάνης θα αφήσει την τελευταία του πνοή στο Brompton του Λονδίνου, έπειτα από επιπλοκές της εγχείρησης στους πνεύμονες. Έφυγε στο χάραμα, με τα χρώματα της αυγής να βάφουν κατακόκκινο τον ουρανό και τους αγγέλους να κουρντίζουν μελαγχολικά το μπαγλαμαδάκι.
«…ό,τι αισθάνομαι το στιχουργώ, το μελοποιώ, του δίνω ζωή και φτερά, με το μπουζούκι και το μπαγλαμαδάκι μου. Οι στίχοι και οι νότες είναι εκφράσεις της ψυχής μου. Είναι η ίδια η ζωή μου, είναι η ζωή όλων των ανθρώπων με τις λύπες και τις χαρές της…»

Αναδημοσιευσα Από Ποντικι

Τα «Γυμνά χέρια» του μαέστρου,

Χρυσούλα Παπαϊωάννου,

H μπαγκέτα που δεν υπάρχει. Τα δυνατά χέρια με τα νευρώδη δάχτυλα. Οι απότομες χειρονομίες διεύθυνσης και καθοδήγησης. Χειροκροτήθηκε από αμέτρητες χιλιάδες ανθρώπους. Αλλά επέλεξε να υπάρξει κοντά στους λιγοστούς. Σε μερικούς φίλους, η παρέα των οποίων υπήρξε σύντομο διάλειμμα μιας μοναχικής, βάναυσα ασκητικής ζωής. Κι όμως, το σήμα κατατεθέν που προσδιόριζε τον Δημήτρη Μητρόπουλο, τουλάχιστον στα μάτια των πολλών,  ήταν ο τρόπος που διηύθυνε πάνω στα διασημότερα πόντιουμ του κόσμου: με γυμνά χέρια.
Δεν θα μπορούσε να υπάρξει ιδανικότερος τίτλος για το ντοκιμαντέρ «Γυμνά χέρια» του Γιώργου Σκεύα, που προβάλλεται 19 και 20 Φεβρουαρίου στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Οι επιστολές του διάσημου μαέστρου προς την επιστήθια φίλη του Καίτη Κατσογιάννη  και σπάνιο αρχειακό υλικό, καθοδηγούν αυτή τη σκηνοθετική διαδρομή στη ζωή και το έργο του, με οδηγό τον Λευτέρη Βογιατζή, ο οποίος διαβάζει τις επιστολές.
Το επίσημο βιογραφικό του Δημήτρη Μητρόπουλου είναι γεμάτο διαδρομές και επιτυχίες. Γεννήθηκε το 1896. Από πολύ νέος ξεκίνησε ως διευθυντής της Ορχήστρας του Ωδείου Αθηνών.  Τη δεκαετία του ’30 βρέθηκε στις ΗΠΑ, όπου κατέλαβε τη θέση μουσικού διευθυντή της Συμφωνικής της Μινεάπολης. Η μεγάλη καταξίωση ήρθε όταν έγινε διευθυντής της Φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης.  Παράλληλα, διηύθυνε τις μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου, κερδίζοντας δόξα, φήμη και υστεροφημία, αλλά όχι χρήματα. «Είναι χίλιες φορές καλύτερα να τελειώσεις απότομα από το να είσαι υποχρεωμένος να ζεις δανεικά – τόσο σωματικά όσο και οικονομικά», έλεγε πριν έρθει το τέλος του, όταν τα δύο εμφράγματα που υπέστη τον ανάγκασαν σε πολύμηνη απουσία από τη δουλειά. Πολλοί τον φαντάζονταν πλούσιο. Οι αθόρυβες αγαθοεργίες, όμως, που έκανε συχνά, του «ξεκοκάλιζαν» όσα χρήματα έβγαζε.
Το ανεπίσημο βιογραφικό του, το πιο προσωπικό, αυτό που γνώριζαν και έβλεπαν οι λιγοστοί ,  έγραφε «μοναξιά». Έδινε ευτυχία στους άλλους, έσπερνε τη ζωή μέσα από την ευφροσύνη της μουσικής, αλλά στερούσε από τον εαυτό του την αληθινή ζωή. Τις μικρές και συνεχείς καθημερινές απολαύσεις, αυτές που ένας «θνητός» γεύεται γενναιόδωρα και χωρίς ενοχές. Κλειστός, εσωστρεφής και ενοχικός, άτολμος στη ζωή, ο Μητρόπουλος υπήρξε διχασμένος ανάμεσα σε μια παγκόσμια διασημότητα και σε μια μοναχική στην ουσία της ζωή. Αυτός, όμως, που τσιγκουνεύτηκε στον εαυτό του τη ζωή, είχε καλά μελετήσει τον θάνατό του, με μαθηματική ακρίβεια. Κουβαλούσε πάνω του ένα σημείωμα, όπου ζητούσε να τον αποτεφρώσουν χωρίς τελετή. Ο θάνατος τον βρήκε το 1960, την ώρα που απολάμβανε τις αρμονίες του Μάλερ, που τόσο θαύμαζε. Πέθανε πάνω στην πρόβα της τρίτης συμφωνίας του Μάλερ.
Η ζωή και η προσωπικότητά του επηρεάστηκαν από ένα σωρό μικρές ιδιαίτερες, φυσιολατρικές ή και μεταφυσικές αγάπες. Με έναν περίεργο τρόπο, πυξίδα στη ζωή του υπήρξε ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης. Είχε μια βαθιά αγάπη για τη φύση – ήταν τολμηρός ορειβάτης –, για το φευγιό, για τους ανοιχτούς δρόμους, τα ταξίδια με το αμάξι. Κατέκτησε τις κορυφές βουνών, αλλά και των πιο φημισμένων πόντιουμ. Για αυτό και στις συναυλίες του στα αρχαία θέατρα της Επιδαύρου, των Δελφών, της Σικευώνας, δεχόταν να μοιραστεί το χειροκρότημα με το μεγαλείο της φύσης. Η ύπαρξή του υπέφερε συχνά, τόσο από τη μικροψυχία των συμπατριωτών του, που έσπευδαν να αποδομήσουν τη σπουδαιότητά του, είτε μέσω αμφισβήτησης του ταλέντου είτε μέσω της ομοφυλοφιλίας του, όσο και από την εξάρτησή του από τη μουσική. Μια σχέση εξάρτησης, αναγκαιότητας και προσδιορισμού της ίδιας της ουσίας του, χωρίς την οποία δεν μπορούσε να υπάρξει. «Από τότε που έγινα ο πλέον περιζήτητος μαέστρος, έγινα ένας απόλυτος σκλάβος (…) ακριβώς όπως ένας τοξικομανής ή ένας μορφινομανής, ο οποίος με το που σταματάει τις ενέσεις, νιώθει δυστυχής και πρέπει να συνεχίσει μέχρις ότου δηλητηριασθεί εντελώς, χωρίς ελπίδα ανάρρωσης».  

Αναδημοσιευσα Από Ποντικι

Η Eva Mendes σχεδιάζει ρούχα,

Η  Eva Mendes σχεδιάζει ρούχα

Μία ακόμα σταρ αποφασίζει να λανσάρει τη δική της σειρά μόδας,

Η ηθοποιός Εύα Μέντες έρχεται να προστεθεί στη μακριά λίστα των σταρ του Χόλιγουντ που αποφάσισαν να λανσάρουν τη δική τους σειρά ρούχων. Η λατίνα ηθοποιός με το φλογερό βλέμμα θα συνεργαστεί με την αμερικανική εταιρεία λιανικής πώλησης «New York & Company» για να δημιουργήσει τη σειρά «Eva by Eva Mendes».

Αρκετά συχνά υπάρχει μια καχυποψία για τις συλλογές αυτές, καθώς δεν είναι λίγοι αυτοί που υποθέτουν ότι οι διάσημες γυναίκες προσφέρουν απλώς και μόνο το όνομα τους και τίποτα άλλο. Η Μέντες όμως φαίνεται πως το έχει βάλει στόχο να δώσει στη σειρά αποκλειστικά τη δική της προσωπικότητα, με τα πάντα να περνάνε πρώτα από τα δικά της χέρια.

Εκτός, λοιπόν, από εκπρόσωπος της κολεξιόν, θα είναι και πρωταγωνίστρια στη διαφημιστική της καμπάνια. Επίσης, η 38χρονη σταρ θα έχει απόλυτα ενεργό ρόλο στην σχεδιαστική πορεία των ρούχων, εγκρίνοντας κάθε κομμάτι πριν αυτό βγει τελικά στην παραγωγή. Η  «Eva by Eva Mendes» θα περιλαμβάνει ρούχα καθημερινά, αλλά και βραδινά, με μία ιδιαίτερη έμφαση στα φορέματα. Ακόμα πάντως βρίσκεται σε αρχικό στάδιο.

«Πρέπει να βρεις τι σου ταιριάζει, δήλωσε η ίδια σχετικά στο «Women’s Wear Daily». «Αυτή την εποχή που ο καθένας έχει ένα στιλίστα, εκτιμώ τις γυναίκες αυτές που βγαίνουν έξω από τα συνηθισμένα. Μ’ αρέσει να αισθάνομαι ξεχωριστή. Θα ήθελα να μοιραστώ όλες αυτές τις μικρές συμβουλές με τις γυναίκες» συμπλήρωσε. «Έχω άπειρες ιδέες αλλά είναι λίγο νωρίς να τις συζητήσω», είπε επίσης. «Αφιερώνω όλο μου το χρόνο σε αυτό με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Οτιδήποτε κοιτάω είναι ένα πιθανό σχέδιο».

Η σειρά θα είναι διαθέσιμη στα καταστήματα «New York & Company» και όπως ανακοίνωσε η εταιρεία, οι τιμές δεν θα είναι ιδιαίτερα ψηλές.

Αναδημοσιευσα Από Βημα

Φίλιπ Γκλας: Τα σκοτεινά και δύσκολα χρόνια του Γουόλτ Ντίσνεϊ,

Φίλιπ Γκλας: Τα σκοτεινά και δύσκολα χρόνια του Γουόλτ Ντίσνεϊ

Στιγμιότυπο από την παράσταση στο Teatro Real

Δημητρακόπουλος Σάκης

Ο αμερικανός συνθέτης παρουσιάζει τον άνθρωπο που έχει εξάψει την παιδική φαντασία περισσότερο από κάθε άλλον,

Πόσο σκοτεινό μπορεί να είναι ένα δημιούργημα το οποίο παραπέμπει σε φιγούρες άμεσα συνδεδεμένες με την παιδική διασκέδαση και φαντασία, όπως είναι ο Μίκι, ο Ντόναλντ, η Μίνι, ο Πλούτο ή ο Γκούφι; Οσο δεν πάει άλλο, είναι η απάντηση που δίνει η English National Opera σχετικά με τη νέα παραγωγή της, η οποία αφορά τη ζωή του σπουδαίου αμερικανού καρτουνίστα Γουόλτ Ντίσνεϊ. Τόσο μάλιστα που να προτρέπει τους γονείς… να μην έρθουν μαζί με τα παιδιά τους.

Ο λόγος για το «The perfect American» («Ο τέλειος Αμερικανός»), τη νέα, 24η κατά σειρά, όπερα του Φίλιπ Γκλας, μια παραγωγή της ΕΝΟ με αφορμή τα εβδομηκοστά πέμπτα γενέθλια του συνθέτη. Αρχικά το έργο το είχε παραγγείλει ο Ζεράρ Μορτιέ κατά το σύντομο πέρασμά του από τη New York City Opera, αλλά τότε ο Φίλιπ Γκλας είχε εκφράσει κάποιες αντιρρήσεις. Στη συνέχεια ο Μορτιέ ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του Teatro Real και τον έπεισε να γράψει τη μουσική για την όπερα η οποία ανέβηκε ήδη στη Μαδρίτη, τον Ιούνιο θα παρουσιαστεί στο Λονδίνο (London Coliseum) και αποτελεί ένα από τα highlights της σεζόν 2012-2013.

Το «The perfect American» σίγουρα δεν ακολουθεί την πεπατημένη: τα Walt Disney Studios βγάζουν… αφρούς για το όλο εγχείρημα, κυρίως επειδή το λιμπρέτο της όπερας αφορά τα τελευταία, σκοτεινά και δύσκολα, χρόνια του Ντίσνεϊ, όταν υπέφερε από τις επιπτώσεις του καρκίνου στον πνεύμονα – και όχι τη λαμπρή σταδιοδρομία του. Βασισμένο στο βιβλίο του Πίτερ Στίβεν Τζανγκ, παρουσιάζει τον άνθρωπο που έχει εξάψει εδώ και δεκαετίες την παιδική φαντασία περισσότερο από κάθε άλλον, ως μακαρθιστή, αντισημίτη, ρατσιστή, μισογύνη και κυρίως μεγαλομανή – το ότι ήθελε να διατηρήσει το σώμα του στον πάγο μετά τον θάνατό του ήταν μόνο μία από τις εκκεντρικές ιδέες του. Ωστόσο η πτυχή του Ντίσνεϊ την οποία αγγίζει η όπερα του Γκλας και αποτελεί ύβρι για τους λάτρεις του είναι το γεγονός ότι ο ίδιος συμμετείχε ελάχιστα στον σχεδιασμό των ηρώων που τον έκαναν διάσημο.
Ο καλλιτεχνικός διευθυντής της English National Opera Τζον Μπέρι δηλώνει ότι δεν πρόκειται για αυτοβιογραφική προσέγγιση, αλλά για ένα σουρεαλιστικό όνειρο και πως ακόμη και αν είχαν την άδεια των Walt Disney Studios, δεν θα είχαν χρησιμοποιήσει τα διάσημα καρτούν της εταιρείας.

Οι ψευδαισθήσεις ενός συμβόλου
Το εικαστικό μέρος της παράστασης έχει αναλάβει η καταξιωμένη ομάδα Improbable η οποία στη θέση του Μίκι και των υπόλοιπων χάρτινων ηρώων χρησιμοποιεί μαριονέτες πίσω από οθόνη που παραπέμπουν σε ζώα, αλλά με έναν αφηρημένο τρόπο, επειδή όπως λένε «πιστεύουμε ότι αυτός είναι σωστός τρόπος να δει κάποιος την ιστορία, καθώς δεν πρόκειται για ρεαλιστικό όραμα». Ο Φίλιπ Μακ Ντέρμοντ και οι Improbable έχουν συνεργαστεί και παλαιότερα με τον Φίλιπ Γκλας – μεταξύ άλλων στην πιο διάσημη, ίσως, όπερα του αμερικανού μινιμαλιστή συνθέτη, «Satyagraha», βασισμένη στη ζωή του Μαχάτμα Γκάντι, επίσης παραγωγή της English National Opera.

Ο μυθιστορηματικός ήρωας της όπερας ονομάζεται Βίλεμ Ντάντιν και είναι ένας εκδικητικός υπάλληλος του Ντίσνεϊ που σκιτσάριζε αντί του αφεντικού του στη δεκαετία του 1950. Ανάμεσα στα πρόσωπα που εμπλέκονται στην ιστορία είναι ο Αντι Γουόρχολ και ο Αβραάμ Λίνκολν: στις μεταξύ τους συναντήσεις γίνονται αντιληπτές οι ψευδαισθήσεις του Ντίσνεϊ περί αθανασίας και η ολοένα αυξανόμενη βύθισή του σε μια ερεβώδη προσωπική ζωή.

Ο Ζεράρ Μορτιέ θυμάται πως, όταν πρότεινε στον Γκλας το σχέδιό του, αισθάνθηκε ότι ο δεύτερος δίστασε να έρθει αντιμέτωπος με μια τέτοια εμβληματική φιγούρα της αμερικανικής κουλτούρας: «Φοβόταν τη βιομηχανία της Ντίσνεϊ» λέει. Το αποφάσισε όταν η ίδια η εταιρεία Disney ήρθε σε επικοινωνία μαζί του προκειμένου να τον αποτρέψει από κάτι τέτοιο. Ο Γκλας κάλεσε τότε τον λιμπρετίστα Ρούντι Βούρλιτζερ, δούλεψαν μαζί την ιστορία και στη συνέχεια έστειλε το λιμπρέτο στην Disney για έγκριση. Η τελευταία δεν απάντησε, οπότε ο Πίτερ Στίβεν Τσανγκ θεώρησε ότι είχαν λάβει την έγκρισή της.

Σε μία από τις πρώτες σκηνές, η οποία όμως ορίζει ολόκληρο το εγχείρημα, ο Γουόλτ Ντίσνεϊ βρίσκεται στο κρεβάτι. Τον φροντίζει μια νοσοκόμα στην οποία έχει δώσει το όνομα Χιονάτη, όταν τον επισκέπτεται η οικογένειά του μαζί με τους σκηνοθέτες της εταιρείας. Ο Ντίσνεϊ τότε τους βάζει να ορκιστούν στην αμερικανική σημαία ότι ποτέ δεν θα αναφέρουν τη λέξη «πεθαίνω»: ήταν γνωστός ο φόβος του για τον θάνατο αλλά κυρίως η αίσθηση ότι θα ζούσε για πάντα – γι’ αυτό και φρόντιζε μονίμως να ξορκίζει το «κακό».

Σε μια άλλη σκηνή συγκρίνει τον εαυτό του με τον Χένρι Φορντ, τον Τόμας Εντισον και τον Αβραάμ Λίνκολν, ενώ λέει πως είναι πεπεισμένος ότι ο Ρόναλντ Ρίγκαν θα γίνει πρόεδρος των ΗΠΑ, εφόσον ακολουθήσει τις συμβουλές του.

Εφιάλτης στον δρόμο με τα καρτούν
Αν και σε όλες τις παραστάσεις της English National Opera τα παιδιά ηλικίας άνω των πέντε ετών είναι καλοδεχούμενα, ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Τζον Μπέρι προειδοποιεί τους γονείς ότι σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για μια γλυκιά, νοσταλγική παραγωγή με θέμα τον Ντίσνεϊ, αλλά αντιθέτως για μια μάλλον εφιαλτική απεικόνιση αυτής της αμφιλεγόμενης προσωπικότητας.

Τον ρόλο του Γουόλτ Ντίσνεϊ έχει αναλάβει ο βρετανός βαρύτονος Κρίστοφερ Περβς ο οποίος έλαβε ενθουσιώδη σχόλια για την εμφάνισή του ως Μεφιστοφελή στην «Καταδίκη του Φάουστ» του Μπερλιόζ, σε σκηνοθεσία του Τέρι Γκίλιαμ.

πότε & πού:
Η όπερα «The Perfect American» θα παρουσιαστεί από 1 ως 28 Ιουνίου στο London Coliseum του Λονδίνου.

Αναδημοσιευσα Από Βημα

Μίρκα Παπακωνσταντίνου: Εγώ φοβάμαι τη Βιρτζίνια Γουλφ,

Μίρκα Παπακωνσταντίνου: Εγώ φοβάμαι τη Βιρτζίνια Γουλφ

«Μου αρέσει να στραπατσάρω τον εαυτό μου και την ίδια στιγμή μου αρέσει πολύ να κάνω τους ανθρώπους να γελάνε» λέει η Μίρκα Παπακωνσταντίνου

Λοβέρδου Μυρτώ

Η ηθοποιός ερμηνεύει τη Μάρθα στο θεατρικό έργο του Εντουαρντ Αλμπι,

«Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;». «Εγώ» απαντά η Μίρκα Παπακωνσταντίνου, επαναλαμβάνοντας την απάντηση της ηρωίδας της. Είναι η Μάρθα και μαζί με τον Τζορτζ, τον οποίο ερμηνεύει ο Δάνης Κατρανίδης, ερμηνεύει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα θεατρικά ζευγάρια στην παράσταση του θεάτρου Πόλη. Ο Εντουαρντ Αλμπι έγραψε (το 1961) την ιστορία μιας σχέσης γεμάτης αγάπη και μίσος, πάθη και εξαρτήσεις, ειρωνεία και αυτοσαρκασμό, πόνο και βία. Μια ιστορία ζωής.

«Πράγματι», λέει η ηθοποιός, «διαβάζοντας το έργο καταλαβαίνεις πόση ζωή, πόση αληθινή ζωή περιέχει. Γι’ αυτό και είναι δύσκολο. Μιλάει για αυταπάτες, ψευδαισθήσεις, όνειρα… Ολοι δεν θέλουμε το παραμύθι; Μόνο που του Τζορτζ και της Μάρθας είναι σκληρό, επώδυνο. Γιατί ο καθένας τους έχει δίκιο, το δικό του δίκιο. Πρόκειται για ένα κλασικό έργο που αφορά τις σχέσεις, είτε είναι είτε δεν είναι ματωμένες. Αφορά στην ουσία το πόση ανάγκη έχει ο ένας τον άλλον. Δύσκολο να την πεις ιστορία αγάπης – μόνο με την πλατιά έννοια».

Η Μίρκα Παπακωνσταντίνου παραδέχεται ότι ο συγκεκριμένος ρόλος ανήκει «στα λίγα πράγματα που ήθελα να κάνω. Αλλά με εκδικείται. Είναι τόσο δύσκολος. Εχει χτυπήματα κάτω από τη μέση. Βέβαια κάθε φορά είναι δύσκολα. Απλώς, με τα χρόνια, αντί να καταλαβαίνεις τη δύναμή σου, καταλαβαίνεις τις ανεπάρκειές σου. Με εχθρό τον ίδιο σου τον εαυτό, ξέρεις κάθε φορά τι έχεις κάνει – αν κορόιδεψες το κοινό και μαζί τον εαυτό σου. Και δεν τα λέω αυτά από μετριοπάθεια, αλλά από ουσία. Στο θέατρο όταν ξεκινάς θέλεις να πηγαίνεις μπροστά. Οσο προχωρείς θέλεις να κοιτάς μέσα σου. Και το «μέσα» δεν έχει τέλος».

«Είναι ένα έργο που βγάζει αίμα»
Η Μάρθα, μια γυναίκα βαθιά λαβωμένη από τον πατέρα της, προσπαθεί να επιβάλλει τα εκρηκτικά και απαξιωτικά στοιχεία της πάνω στον Τζορτζ. «Αυτό είναι ένα στοιχείο που προέρχεται από τις δικές της αδυναμίες. Γι’ αυτό και σπάει μέσα της – όπως στην ιστορία με το παιδί. Είναι ένα κομμάτι που δεν μπορώ να αντιμετωπίσω – όχι λόγω προσωπικών βιωμάτων. Η Μάρθα περιγράφει τη γέννα της, περιγράφει τον κοκκύτη του παιδιού, εικόνες μιας καθημερινότητας, και σε κάνει να αναρωτιέσαι, να αναρωτιέμαι, αν συνέβησαν όλα αυτά, αν υπήρξε το παιδί».

Παράλληλα τη νιώθει κοντά της, «αν και διαφέρουμε σε δύο, τουλάχιστον, πράγματα. Εγώ δεν μπορώ να είμαι τόσο απαξιωτική – έτσι νομίζω για τον εαυτό μου – και δεν πίνω καθόλου μα καθόλου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Από την άλλη όμως είμαι εκρηκτική. Στη Μάρθα λατρεύω την από κάτω πλευρά της, την πιο ευάλωτη, με τα πολλά σπασίματα. Την πλευρά που την κάνει να θέλει να ζήσει. Αυτά μού αρέσουν στη Μάρθα».

Είναι ένα έργο που «βγάζει αίμα», όπως λέει η ηθοποιός. Οχι επειδή δέρνει ο ένας τον άλλον, αλλά από αυτά που λένε ο ένας στον άλλον: κινείται ανάμεσα «στο παράλογο και στο αισιόδοξο. Γιατί; Διόλου τυχαία αρχίζει στις δύο το πρωί και τελειώνει στις τέσσερις και μισή. Λίγο προτού ξημερώσει. Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ; Οχι τον λύκο, αλλά τη ζωή χωρίς ψευδαισθήσεις. Εκεί είναι όλη η ουσία για τον καθένα – με ό,τι μπορεί και όσο αντέχει». Πιστεύει άλλωστε ότι «όταν ξεκινάς μια σχέση ή όταν έχεις μια σχέση, δεν πρέπει να ξεχνάς ότι όλο αυτό μοιάζει με τρένο: μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτροχιασθεί».

«Το δυνατό γέλιο σημαίνει ζωή»
Γυναίκα με έντονο αυτοσαρκασμό, η Μίρκα Παπακωνσταντίνου ξέρει ότι τον κληρονόμησε από τον πατέρα της, «που ήταν στρατιωτικός του Βασιλικού, τότε, Ναυτικού και αριστερός. Ε λοιπόν, αυτό δεν παιζόταν. Θυμάμαι ότι στο σπίτι, σε εποχές ισχνών αγελάδων, το τραπέζι ήταν πάντα στρωμένο με διπλά και τριπλά μαχαιροπίρουνα, σαν να επρόκειτο να φάμε δύο και τρία γεύματα. Μου θύμιζε πάντα την ταινία με τον Τζέρι Λούις, που τρώει ένα φασόλι με μαχαιροπίρουνο. Και το έχω πάντα ως όπλο, ως άμυνα. Με τα χρόνια είναι σαν να επιλέγω να το πω εγώ προτού το πουν οι άλλοι. Ισως γιατί μου αρέσει να στραπατσάρω τον εαυτό μου. Την ίδια στιγμή, μου αρέσει πολύ να κάνω τους ανθρώπους να γελάνε. Και εύχομαι πάντα στους ανθρώπους να μπορούν να κλαίνε και να γελάνε δυνατά. Είναι εκτόνωση. Σημαίνει ζω και υπάρχω» καταλήγει.  

Ο Δάνης, τα μεγάλα έργα και η επιθεώρηση
Επειτα από περίπου 40 χρόνια η Μίρκα Παπακωνσταντίνου συναντά ξανά τον Δάνη Κατρανίδη επί σκηνής. Οι δυο τους γνωρίστηκαν την εποχή που ήταν ακόμη σπουδαστές στη Δραματική Σχολή του Γιώργου Θεοδοσιάδη και παντρεύτηκαν το 1971 (για να χωρίσουν το 1977). Εχοντας μοιραστεί στο παρελθόν παραστάσεις («Βάκχες», «Ιφιγένεια εν Ταύροις», «Βαβυλωνία», «Ο δάσκαλος») και τηλεοπτικές σειρές («Μυστικοί αρραβώνες»), βρίσκονται σήμερα ενώπιος ενωπίω στο έργο του Αλμπι.

«Η σκηνική οικειότητα με τον Δάνη Κατρανίδη δεν με διευκολύνει. Είναι ωραίο βέβαια να έχεις απέναντί σου έναν άνθρωπο που ξέρεις, που αγαπάς, που εκτιμάς. Είναι πολύ σημαντικό την ώρα που ξεκινάς για την πρόβα. Στην πρόβα όμως νιώθεις περίεργα – ναι, είναι πιο δύσκολο. Επιπλέον έχει μεσολαβήσει όλο αυτό το διάστημα που δεν έχουμε συνεργαστεί καθόλου. Η σκηνική μάχη είναι περίεργη υπόθεση. Η μεγάλη οικειότητα δεν βοηθά στο να κρατήσεις το σκηνικό παραμύθι, τη μεγάλη έκθεση».

Την ίδια ώρα, ωστόσο, παραδέχεται ότι εκείνος υπήρξε και ο βασικός λόγος για να πει το «ναι» στην πρόταση. «Πιστεύω στις συνεργασίες πάνω και από το έργο. Το ζήτημα δεν είναι τι αλλά με ποιον. Και ας ήθελα τόσο πολύ τη Μάρθα, όπως σκέφτομαι και τη Φιλουμένα». Με κόστος ακόμη και να στερηθεί τους μεγάλους ρόλους. «Ναι, είναι αλήθεια. Δεν έκανα τα μεγάλα έργα. Τι σημασία έχει άλλωστε; Χωρίς φυσικά να τους υποτιμώ, δεν μου έλειψαν». Αντ’ αυτών προτίμησε τους ανθρώπους: «Τα τελευταία χρόνια έψαξα πολλά πράγματα μέσα από τις συνεργασίες, όπως με τον Νίκο Καραγιώργο, που πιστεύω ότι με βοήθησαν, με προχώρησαν περισσότερο από ό,τι θα είχα κερδίσει με κάποιες ερμηνείες».

Κάπου εκεί μπαίνει και η αγάπη της για την επιθεώρηση – «το περασμένο καλοκαίρι ξανάκανα, πρωτίστως λόγω της Αννας Παναγιωτοπούλου» -, μια αγάπη συνδεδεμένη με το κοινωνικο-πολιτικό στίγμα που διαθέτει ως άνθρωπος. Αλλά το ξεκαθαρίζει: «Δεν έγραφα ούτε γράφω. Ποτέ. Είμαι εκτελεστικό όργανο. Τα τελευταία πράγματα που έγραψα ήταν ερωτικά γράμματα στον Δάνη, οπότε καταλαβαίνει κανείς πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε».

πότε & πού:
«Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» του Εντουαρντ Αλμπι. Μετάφραση Δάνης Κατρανίδης. Σκηνοθεσία: Γιώργος Νανούρης. Παίζουν: Δάνης Κατρανίδης, Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Χρύσα Παππά, Παναγιώτης Εξαρχέας. Πόλη Θέατρο, Φωκαίας 4 & Αριστοτέλους 87, πλ. Βικτωρίας, τηλ. 211 1828.900. Πρεμιέρα Παρασκευή 22/2, στις 20.15. Παραστάσεις από Τετάρτη ως Σάββατο στις 20.15, Κυριακή στις 18.15. Εισιτήρια: 20, 15, 10 ευρώ.

Αναδημοσιευσα Από Βημα

Και τραγουδίστρια και σχεδιάστρια μόδας,

Η διάσημη τραγουδίστρια της ποπ Ριάνα, ξεκίνησε την πρώτη γραμμή παραγωγής ρούχων σε συνεργασία με τη βρετανική αλυσίδα καταστημάτων, River Island, σε ένα από τα πλέον αναμενόμενα γεγονότα της Εβδομάδας Μόδας του Λονδίνου.

Φανελάκια, τζιν, με σχισμή έως και το μηρό, καθώς επίσης φορέματα και μονόχρωμες φούστες, χαρακτήρισαν σε μεγάλο βαθμό την εικόνα της συλλογής που φέρει την υπογραφή της τραγουδίστριας.

Το καθαρά αγορίστικο στιλ στα casual σχέδια της Ριάνα συμβαδίζει με το στιλ της βρετανικής αλυσίδας ενδυμάτων, που αν και τα ίχνη της ιστορίας της, φτάνουν έως και 64 χρόνια στο παρελθόν, παραμένει γνωστή για την νεανική πελατεία της.

«Μου άρεσε πάρα πολύ – είναι τόσο Ριάνα όλα», δήλωσε το μοντέλο Τολούλα Αντεγιέμι από το Λος Άντζελες, που ήταν μια από τις διασημότητες που παρακολούθησε το ενδυματολογικό σόου της διάσημης τραγουδίστριας. Η γεννημένη στα Μπαρμπάντος τραγουδίστρια έχει ήδη κάνει μια προσπάθεια στο χώρο της μόδας συνεργαζόμενη το 2011 με την αλυσίδα παραγωγής Armani Jeans.

Αναδημοσιευσα Από Real News

Ρουβάς και Νίνο στη Θεσσαλονίκη,

thesstoday.gr

Αναδημοσιευσα Απο Enikos

Ετικετοσύννεφο